Εφ. Εποχή - Εντός Εποχής 23 Δεκεμβρίου 2007
Οκτωβριανή Επανάσταση και Γυναικείο Ζήτημα

                                                                                                    της Χρυσούλας Στέκα


Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, μετά το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων το 1989, έχουν εκδοθεί πολλές μελέτες και πλούσια βιβλιογραφία, που έχουν ως στόχο να αποτιμήσουν τη συμβολή των γυναικών στην Οκτωβριανή Επανάσταση, τις θέσεις του κόμματος των Μπολσεβίκων και του ρωσικού κράτους στο γυναικείο ζήτημα, τις μεταλλαγές που συντελούνται τη δεκαετία του ’30, και τέλος να διερευνήσουν την αντοχή των γυναικείων κατακτήσεων στο χρόνο, αλλά και την επίδρασή τους στην μετέπειτα πορεία του σοβιετικού κράτους. Οι απαντήσεις δεν μοιάζουν να είναι ούτε απλές ούτε ενιαίες, συνδέονται άμεσα με τις κοινωνικο-πολιτικές απόψεις όσων έχουν αποπειραθεί να μελετήσουν το φαινόμενο της Ρωσικής Επανάστασης.
Το κείμενο που ακολουθεί φιλοδοξεί να συμβάλει στη συζήτηση που έγινε σχετικά με τη συμβολή των γυναικών στην Οκτωβριανή Επανάσταση, στη διάρκεια του τριημέρου στο Πάντειο, δίνοντας μια άλλη κριτική προσέγγιση στα πράγματα. Η ευκολία με την οποία πολλοί εκ των συντρόφων προέβαλαν τις δικές τους βεβαιότητες, επιβάλλοντας σημερινά ερμηνευτικά σχήματα για την ανάγνωση του παρελθόντος είναι παρακινδυνευμένες, όπως το ίδιο παρακινδυνευμένη είναι και η νοηματοδότηση των γυναικείων αγώνων και των προθέσεων του κομματικού μηχανισμόυ της εποχής από την αριστερά σήμερα και η κατεπέκταση μυθοποίησή τους.

Στη Ρωσία την εποχή εκείνη, το βασικό αίτημα των φτωχών των πόλεων, ήταν ψωμί, των εργατών καλύτερα ημερομίσθια και λιγότερες ώρες εργασίας, και το 85% των Ρώσων που ζούσαν από τη γεωργία, βασικό αίτημα ήταν πάντα να αποκτήσουν δική τους γη. Οι γυναίκες ζούσαν κάτω από συνθήκες αυστηρής πατριαρχίας, ο αναλφαβητισμός και η αμάθεια αποτελούσαν τη νόρμα. Η γυναίκα αποκαλείτο συχνά «μπάμπα», ένα μίγμα αμόρφωτης και προληπτικής γυναίκας. Από τις αγρότισσες στην ύπαιθρο, ελάχιστες συμμετείχαν στον κομματικό μηχανισμό, αντίθετα οι περισσότερες εναντιώθηκαν αρχικά στις επιλογές των μπολσεβίκων, και ήσαν επικεντρωμένες στην οικιακή οικονομία (κατεξοχήν παραδοσιακό τους πεδίο). Οι ελλείψεις στα τρόφιμα μάστιζαν τις πόλεις και την ύπαιθρο, η πορνεία ανθούσε και η ιδέα ότι το σώμα της γυναίκας είναι ιδιοκτησία του άντρα υφίστατο τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο, όσο και στα σεξουαλικά ήθη.

Από την άλλη, το ζήτημα της χειραφέτησης των γυναικών είχε απασχολήσει τη ρωσική κοινωνία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Μόλις όμως το 1905 παίρνει τη μορφή οργανωμένου κινήματος. Ταυτόχρονα συγκροτούνται δύο διαφορετικές εκδοχές του: ένα φεμινιστικό κίνημα επηρεασμένο από το κίνημα των σουφραζετών στη Δύση και ένα σοσιαλιστικό κίνημα που εκφράζει το κλίμα της εποχής και αντιτίθεται στο πρώτο. Οι φεμινίστριες πριν από το 1905 ακολούθησαν την παράδοση του κοινωνικού ακτιβισμού που είχε εγκαινιαστεί από τις νιχιλίστριες και άλλα ριζοσπαστικά ρεύματα νωρίτερα. Μετά το 1905 υποβάθμισαν τις πολιτικές αιχμές του γυναικείου αγώνα και συγκρότησαν τη συντηρητική του πτέρυγα. Το μεγαλύτερο τμήμα αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου αστικού-δημοκρατικού ρεύματος που εναντιώθηκε στον τσαρισμό και είχε ως στόχο τον εκσυγχρονισμό της Ρωσίας ως καπιταλιστικής βιομηχανικής κοινωνίας. Η Πανρωσική Ένωση για την ισότητα των Γυναικών, το Προοδευτικό Κόμμα Γυναικών, η Κολλεκτίβα Γυναικών για την Φιλανθρωπία, είναι μερικές μόνον από τις οργανώσεις που αρχικά ασχολήθηκαν με την φιλανθρωπία και στη συνέχεια έρριξαν το βάρος στην εκπαίδευση των γυναικών, στον αγώνα για την ελευθερία και την ισότητα των γυναικών απέναντι στους νόμους χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις, ενώ στη συνέχεια διεκδίκησαν την ψήφο και ίσα πολιτικά δικαιώματα.
Παράλληλα, το 1905 συγκροτείται το «προλεταριακό» γυναικείο κίνημα που σηματοδοτεί την αρχή μιας άλλης πορείας φεμινισμού. Στην πρώτη του φάση με την καθοδήγηση της Κολλοντάï, εκδηλώνεται ως απάντηση στις αστές φεμινίστριες και απευθύνεται στις ανάγκες της ολοένα αυξανόμενης εργατικής τάξης γυναικών στη βιομηχανία, με βασικό στόχο την μαζική εκπαίδευση και πολιτικοποίησή τους. Στην δεύτερη φάση, μετά το 1908, παρουσιάζεται ως επίσημη πρωτοβουλία του μπολσεβίκικου κόμματος, επιβλέπεται από τις Ινέσσα Αρμάν, Κρούπσκαγια κ.ά. και έχει ως βασικό μέλημα την στρατολόγηση όλο και περισσότερων γυναικών στον κομματικό μηχανισμό. Στα θεμέλια αυτών των δύο εγχειρημάτων έμελλε να οικοδομηθεί στη συνέχεια το κομμουνιστικό κίνημα γυναικών στην Σοβιετική Ρωσία.
Το 1908, στο πρώτο Πανρωσικό Συνέδριο των Γυναικών, η Κολλοντάï, με την οργανωμένη παρουσία εργατριών, παρεμβαίνει ασκώντας κριτική στην διαταξικότητα του γυναικείου κινήματος. Οι «αστές» φεμινίστριες κατηγορούνται ως αντιδραστικές επειδή αφενός συμπαρατάσσονται στο πλευρό της κυβέρνησης για τη διεξαγωγή του πολέμου, απαιτώντας ως αντάλλαγμα την ψήφο για τις γυναίκες, αφετέρου γιατί εναντιώνονται στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, πιστεύοντας πως πρέπει να πιέσουν και να πείσουν την αστική τάξη να κάνει μεταρρυθμίσεις.
Η Διεθνής Ημέρα των Γυναικών γιορτάζεται για πρώτη φορά στη Ρωσία σε πέντε πόλεις το 1913 και οι Μπολσεβίκοι για να αποφύγουν την καταστολή από την αστυνομία, την παρουσιάζουν ως επιστημονική ημερίδα αφιερωμένη στο γυναικείο ζήτημα. Το 1914 κρίνεται απαραίτητη η έκδοση μιας εφημερίδας που από τη μια θα προβάλει τα αιτήματα των εργατριών, από την άλλη θα φροντίζει την πολιτική εκπαίδευσή τους. Έτσι εκδίδεται η «Ραμπότνιτσα» (Εργάτρια), η οποία πρόλαβε να κυκλοφορήσει επτά φύλλα πριν την κατάσχεσή της από την αστυνομία, ενώ παράλληλα συλλαμβάνονται τα περισσότερα μέλη της συντακτικής επιτροπής.
Το 1914, οι εξαιρετικές συνθήκες της οικονομίας του πολέμου επιβάλλουν το ξεπέρασμα των κοινωνικών αντιλήψεων για τη θέση της γυναίκας, για λόγους στρατιωτικής και οικονομικής αναγκαιότητας. Οι γυναίκες απορροφήθηκαν μαζικά στη βιομηχανία στους τομείς του μετάλλου, στα ορυχεία, την υλοτομία κ.λπ. και φτάνουν το ένα τρίτον της βιομηχανικής εργατικής δύναμης. Οι μισθοί τους όμως απέχουν πολύ από αυτούς των ανδρών πριν τον πόλεμο. Εκτίθενται σε επικίνδυνα και βαριά επαγγέλματα, χωρίς καμιά προστατευτική νομοθεσία, με καταστρεπτικές επιπτώσεις στην υγεία τους και αυτήν των παιδιών τους. Τα δύο τρίτα των βρεφών των βιομηχανικών εργατριών πέθαιναν στη διάρκεια του ενός έτους της ηλικίας τους. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα απευθύνεται στις ανάγκες των γυναικών και κάνει προσπάθειες να προστατεύσει τις γυναίκες από όλες τις διακρίσεις στον χώρο εργασίας αλλά και άλλες μορφές καταπίεσης (ενδοοικογενειακή βία). Η πρώτη μάχη δίνεται στον συνδικαλιστικό τομέα αμέσως μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου, ενάντια σε μια πρόταση που ήθελε τις έγγαμες γυναίκες, των οποίων οι άντρες εργάζονταν, να απολύονται πρώτες, ως μέτρο καταπολέμησης της ανεργίας (η συγκεκριμένη πολιτική αφορούσε την βιομηχανία Πουτίλοβ που κατασκεύαζε πολεμοφόδια και τη βιομηχανία σιδήρου Βάιμποργκ). Οι Μπολσεβίκοι εξέλαβαν την πρόταση ως απειλή στην ενότητα του προλεταριάτου. Στη φάση αυτή εκατοντάδες γυναικών, κυρίως από τα αστικά κέντρα, είναι ήδη μέλη του Μπολσεβίκικου Κόμματος και συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες και βαθμίδες του κόμματος.
Τον Φεβρουάριο του 1917 οι εργάτριες στα κλωστοϋφαντουργεία της Πετρούπολης οργανώνουν μαζική διαδήλωση για την «Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας» με κεντρικό σύνθημα «αντίσταση στον πόλεμο και στις αυξήσεις των τιμών, βελτίωση στην κατάσταση των εργατριών», η οποία συνδυάζεται με ένα λοκ άουτ στη μεταλλουργία Πουτίλοβ- γνωστή για τη μαχητικότητα των εργατών της-, για να καταλήξει σε γενική απεργία. Ανατρέπεται ο Τσάρος και η μέρα αυτή καταγράφεται ως η πρώτη μέρα της Ρωσικής Επανάστασης.
Στην πρώτη επαναστατική κυβέρνηση των Σοβιέτ διορίζεται υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας η Κολλοντάι, η οποία την ίδια εποχή έχει γράψει ένα από τα πιο σημαντικά έργα της, την «Κοινωνική Βάση του Γυναικείου Ζητήματος». Διακηρύσσεται η πλήρης κοινωνική και πολιτική ισότητα των γυναικών: το δικαίωμα στην ψήφο, το δικαίωμα να εκλέγονται οι γυναίκες σε όλα τα δημόσια αξιώματα, η αρχή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, η προστασία της μητρότητας, το δικαίωμα στο διαζύγιο, η κατάργηση των διακρίσεων σε βάρος εξώγαμων παιδιών, η καθιέρωση πολιτικού γάμου. Στη συνέχεια το νέο εργατικό κράτος στηρίζει την κοινωνικοποίηση των λειτουργιών του νοικοκυριού (μαγειρεία, παιδικοί σταθμοί, πλυντήρια, κοινοβιακά σπίτια) για το όφελος όχι μόνον των γυναικών που στερούνται ελεύθερου χρόνου, αφού στην πλειοψηφία τους εργάζονται στην παραγωγή, αλλά και προς όφελος όλης της εργατικής τάξης. Για πολλούς εκείνη την περίοδο, με δεδομένες τις δυσκολίες του εμφυλίου πολέμου, την ελλιπή τροφοδοσία των πόλεων, την έλλειψη νερού, την πείνα, τη φτώχεια και τις αρρώστιες, δεν υπήρχε άλλη επιλογή ανάμεσα στη δυνατότητα να σιτιστούν στα κοινοτικά μαγειρεία ή να πεθάνουν από την πείνα. Σύμφωνα, πάντως, με μια φράση του Λένιν, «η σκλαβιά του νοικοκυριού», είναι η κύρια αιτία καταπίεσης των γυναικών, όμως ευθύς αμέσως συμπληρώνει «οι νόμοι από μόνοι τους δεν είναι αρκετοί, και σε καμιά περίπτωση δεν ικανοποιούμαστε με κάποια διατάγματα. Από άποψη νομοθεσίας έχουμε κάνει ό,τι μας ζητήθηκε για να είναι οι γυναίκες ισότιμες και έχουμε κάθε λόγο να είμαστε περήφανοι γι’αυτό. Παρ’όλα αυτά εμείς οι ίδιοι λέμε ότι αυτό είναι μόνον η αρχή». Η ίδια η Κολλοντάι, αν και μειοψηφία στη Μπολσεβίκικη ηγεσία, έκανε μια γενναία προσπάθεια να εκφράσει την αντίθεσή της στην έμφαση του μαρξισμού πάνω στους αντικειμενικούς επιστημονικούς νόμους της αλλαγής, συνειδητοποιώντας την ανάγκη να επεκτείνει πάρα πέρα την σκέψη της: οι εργάτες θα πρέπει να δημιουργήσουν μια νέα κουλτούρα, πέρα από τη δουλειά, που να αγκαλιάζει το σύνολο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Η σύνδεση αυτή ανάμεσα στο νέο ήθος και την ταξική πάλη θα έπρεπε να εκδηλώνεται έμμεσα και στην προσωπική πρακτική των ανθρώπων. Το επαναστατικό όραμα της Κολλοντάï με τις προωθημένες θέσεις της, όπως διαγράφονται στην «Οικονομική και Σεξουαλική απελευθέρωση της Γυναίκας» ταράζει τα νερά. Περιγράφει τις σεξουαλικές και προσωπικές μορφές του αντρικού ελέγχου πάνω στις γυναίκες και εργάζεται για την αλλαγή της συνείδησης που απαιτείται και την επακόλουθη ανάγκη για πολλαπλές πολιτισμικές αλλαγές. «Για ν’ απελευθερωθεί πραγματικά η γυναίκα πρέπει να αποτινάξει τις αλυσίδες με τις οποίες την κρατά δεμένη η σημερινή καταπιεστική και ξεπερασμένη μορφή της οικογένειας. Για τη γυναίκα η λύση του οικογενειακού προβλήματος δεν έχει λιγότερη σημασία από την κατάκτηση της πολιτικής ισότητας και την αναγνώριση της απόλυτης οικονομικής ανεξαρτησίας της». Η Κολλοντάι με τους αγώνες της, τη δράση της και το συγγραφικό της έργο πάλεψε να δώσει απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα που παραμένουν τραγικά επίκαιρα και στις μέρες μας.
Το 1919 οι Μπολσεβίκοι συγκροτούν, στο πλαίσιο του κόμματος, την Επιτροπή των Γυναικών, την Ζενοτντέλ, με πρώτη υπεύθυνη την Ινέσσα Αρμάν, στενή σύμμαχο του Λένιν, η οποία διακηρύσσει πως «η γυναικεία απελευθέρωση είναι αδιανόητη χωρίς τον κομμουνισμό, αλλά και ο κομμουνισμός αδιανόητος χωρίς την γυναικεία απελευθέρωση». Η επιτροπή αυτή έχει βασικά δύο στόχους: πρώτον την καλύτερη οργάνωση των κοινωνικοποιημένων λειτουργιών του νοικοκυριού και δεύτερο την δραστηριοποίηση των γυναικών και τη μετάδοση εκείνης της εμπειρίας και γνώσης που είναι απαραίτητες για να συμμετέχουν στις λειτουργίες των συνδικάτων, των σοβιέτ και την πολιτική ζωή του νέου σοσιαλιστικού κράτους. Η έμφαση δίνεται στην εκπαίδευση επαγγελματιών του κόμματος. Εκδίδεται μια νέα εφημερίδα η «Κομμουνίστρια» στην οποία βασική αρθρογράφος είναι η Κολλοντάï. Ομάδες γυναικείων στελεχών, στην προσπάθειά τους να αφυπνίσουν και να οργανώσουν τις γυναίκες, οργώνουν την αχανή Ρωσία με τρένα και με πλοία μέχρι τα βάθη της Ασίας, φορώντας μαντίλες, για να προσεγγίσουν ευκολότερα τις γυναίκες. Είναι τέτοιες οι κακουχίες που υφίστανται που πολλές εξ αυτών πεθαίνουν από το κρύο και τις μολυσματικές ασθένειες: η Ινέσσα Αρμάν και η Σαμοήλοβα πεθαίνουν από χολέρα εξαιτίας των άθλιων συνθηκών που επικρατούν στο δέλτα του Βόλγα ποταμού. Στις θρησκόληπτες περιοχές της Κεντρικής Ασίας οι γυναίκες δολοφονούνται από τους άντρες της οικογένειάς τους για τη συμμετοχή τους στις δραστηριότητες της Ζενοτντέλ. Στα μέσα του 1920 πάνω από 500.000 γυναίκες λειτουργούν ως αντιπρόσωποι των συνδιασκέψεων σε ολόκληρη τη επικράτεια. Τα γραφεία της Ζενοτντέλ προσπαθούν να προσελκύσουν περισσότερες αγρότισσες, οι οποίες ανήκουν στα πιο συντηρητικά στρώματα της κοινωνίας, προτρέποντας τις να συμπορευθούν με τους αγώνες των εργατριών. Το 1920, στο δεύτερο συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς, ψηφίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές της ίδρυσης των οργανώσεων των γυναικών. Συμφωνα με αυτές « Οι γυναίκες μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν επιτρέπεται να οργανώνονται ξεχωριστά, αλλά να είναι πλήρη μέλη- με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις- των περιφερειακών σωμάτων του κόμματος με συμμετοχή σε όλες τις διαδικασίες και όλα τα επίπεδα του κόμματος».
Το 1920, μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, οι χαμηλοί μισθοί, ο πληθωρισμός, η πείνα, η έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης έχουν αρχίσει να προκαλούν λαïκή δυσαρέσκεια. Η ανεργία των γυναικών αυξάνεται επικίνδυνα, η πορνεία η οποία είχε μειωθεί αισθητά με την προσπάθεια του κράτους να ενταχθούν οι γυναίκες στην παραγωγή, αρχίζει να παίρνει και πάλι μεγάλες διαστάσεις. Όσες εργάζονται, μετά δυσκολίας μπορούν να συντηρήσουν οικογένεια, δημιουργούνται στρατιές αστέγων και εξαθλιωμένων παιδιών, οι παράνομες εκτρώσεις έχουν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας των γυναικών ακόμη και τον θάνατό τους. Έτσι για λόγους όχι μόνον δημογραφικούς, αλλά και για λόγους δημόσιας υγιεινής, πάταξης των λογής κερδοσκόπων, νομιμοποιείται η δωρεάν έκτρωση σε δημόσια νοσοκομεία όπου υπάρχουν.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, προκρίνεται η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ) για να αντιμετωπιστεί το οικονομικό αδιέξοδο του σοβιετικού κράτους. Το 70% των περικοπών σε θέσεις εργασίας γίνονται σε δουλειές που κατέχουν γυναίκες. Η ανεργία των γυναικών φτάνει σε ορισμένες περιοχές μέχρι 80%. Η κοινωνικοποίηση των λειτουργιών του νοικοκυριού παύει να είναι ελκυστική επένδυση για την νεοανερχόμενη αστική τάξη και σταδιακά εγκαταλείπεται. Παράλληλα, αναβιώνουν παλιές αντιδραστικές ιδέες για το ζήτημα των γυναικών, η νέα ηγεσία του κόμματος κατηγορεί την Ζενοτντέλ για παρεκκλίσεις προς τον αστικό φεμινισμό, η χρηματοδότησή του περικόπτεται και το 1930, καθώς η σταλινική γραφειοκρατία σταθεροποιεί την εξουσία της, καταργείται οριστικά.
Μη έχοντας τη δυνατότητα να επεκταθώ περισσότερο, θα επιχειρήσω να καταθέσω μερικές σύντομες παρατηρήσεις.
Η Οκτωβριανή επανάσταση παρήγαγε χωρίς αμφιβολία το πιο οργανωμένο επαναστατικό κίνημα στη σύγχρονη ιστορία. Η έκρηξη της επανάστασης καλλιέργησε αισιοδοξία και προσδοκίες για μια κοινωνία βασισμένη στην ισότητα και τις σοσιαλιστικές αρχές.
Η ενασχόληση των κεντρικών κομματικών στελεχών με τα γυναικεία θέματα και την χάραξη πολιτικής για γυναικεία ζητήματα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, ωστόσο, θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις ιδεολογικοπολιτικές ανακατατάξεις της εποχής.
Η έγνοια για τις μητέρες-εργάτριες και τα παιδιά υπήρξε ευθύνη του κράτους και υπαγόρευε σε μεγάλο βαθμό τις προτεραιότητές του.
Στις δύσκολες στιγμές της επαναστατικής διαδικασίας οι γυναίκες υπερέβησαν το φύλο τους και υποδύθηκαν «ανδρικούς» ρόλους. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι ο μείζονας ρόλος που έπαιξαν οι γυναίκες στον πόλεμο και στη μετέπειτα αναδιοργάνωση του σοβιετικού κράτους, πέρασε σε δεύτερη μοίρα και οι γυναίκες σύντομα κλήθηκαν από το κράτος να αναλάβουν νέους ρόλους που να προσιδιάζουν με τη «φύση» τους και τα οικογενειακά τους καθήκοντα, ενώ πολλά από τα κεκτημένα χάθηκαν στην πορεία.

Μήπως τελικά οι προτεραιότητες της παραγωγής προσδιόρισαν και τη θέση των γυναικών στην κοινωνία; Η απότομη ένταξη των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών αναγκών ενός πολέμου και της ταχείας εκβιομηχάνισης, είναι επαρκές στοιχείο χειραφέτησής τους; Παρά τις δεδηλωμένες προθέσεις, πόσο εύκολο ήταν να αλλάξουν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, οι συνειδήσεις ανδρών και γυναικών στην πορεία για την αλλαγή του κόσμου, στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες; Υπάρχουν όρια στο είδος της αλλαγής που μπορεί να επιτευχθεί με το νόμο, όταν η δομή της κοινωνίας παραμένει ίδια; Οι γυναίκες του προλεταριάτου ενστερνίστηκαν κάποιες αποφάσεις –επαναστατικές για την εποχή- πολλές εκ των οποίων μπορεί να είχαν υπάρξει ως αίτημα από τα γυναικεία κινήματα της εποχής, δεν τις διεκδίκησαν όμως από τα κάτω. Η συστράτευσή τους με το προλεταριάτο και η πλήρης ενσωμάτωσή τους στον κομματικό μηχανισμό, μπορεί να συνέβαλαν ενεργά στη διαδικασία πολιτικοποίησής τους και μετάβασης προς το σοσιαλισμό, πόσο συνέβαλαν όμως στην απελευθέρωση τη δική τους και των υπολοίπων γυναικών; Η απόρριψη ή αποσιώπηση όλων των εκδοχών φεμινισμού της εποχής, με την εμμονή ότι το Κόμμα είναι ο μόνος χώρος για γυναικεία πολιτική δραστηριότητα, απομόνωσαν ή όχι πολλές σοσιαλίστριες από κάποια ριζοσπαστικά ρεύματα μέσα στο φεμινισμό;
Τα πιο πάνω ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν χωρίς σοβαρή έρευνα, πράγμα που ίσως έριχνε κάποιο φως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πιθανόν οι κλασικές στερεότυπες μαρξιστικές αναλύσεις να μην είναι επαρκείς.
Χρυσούλα Στέκα